μεμπτός


μεμπτός
[мэмптос] εκ. достойный упрёка,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "μεμπτός" в других словарях:

  • μεμπτός — blameworthy masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μεμπτός — ή, ό (ΑM μεμπτός, ή, όν) [μέμφομαι] άξιος μομφής, αξιοκατάκριτος αρχ. 1. ευκαταφρόνητος («καίτοι οὐκ ἂν εἴη μεμπτὸς μισθὸς ὁ τοιοῡτος», Πλάτ.) 2. αυτός που επιρρίπτει κατηγορία εναντίον κάποιου («ὥστ εἴ τι τὠμῷ τἀνδρὶ τῇδε τῇ νόσῳ ληφθέντι… …   Dictionary of Greek

  • μεμπτά — μεμπτός blameworthy neut nom/voc/acc pl μεμπτά̱ , μεμπτός blameworthy fem nom/voc/acc dual μεμπτά̱ , μεμπτός blameworthy fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μεμπτότερον — μεμπτός blameworthy adverbial comp μεμπτός blameworthy masc acc comp sg μεμπτός blameworthy neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μεμπτῶν — μεμπτός blameworthy fem gen pl μεμπτός blameworthy masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μεμπτόν — μεμπτός blameworthy masc acc sg μεμπτός blameworthy neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μεμπταῖς — μεμπτός blameworthy fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μεμπτοῖς — μεμπτός blameworthy masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μεμπτοί — μεμπτός blameworthy masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μεμπτοῦ — μεμπτός blameworthy masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)